Τεστοστερόνη: Γιατί είναι μύθος ότι είναι η «ορμόνη του ρίσκου» - Τι δείχνει νέα μελέτη
Μελέτη 52 ερευνών δείχνει ότι η τεστοστερόνη δεν επηρεάζει ουσιαστικά τη διάθεση για ρίσκο.
Για χρόνια ξέραμε ότι η τεστοστερόνη ήταν η «ορμόνη του ρίσκου». Από τις χρηματοπιστωτικές αγορές μέχρι την επιθετική οδήγηση και τα τυχερά παιχνίδια, η ιδέα ότι τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης κάνουν τους ανθρώπους πιο τολμηρούς ή πιο απρόσεκτους είχε περάσει ακόμη και στη δημοφιλή κουλτούρα. Μια νέα έρευνα, ωστόσο, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Neuroscience & Biobehavioral Reviews, εξέτασε συνολικά 52 μελέτες με περισσότερους από 17.000 συμμετέχοντες και κατέληξε σε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα: δεν υπάρχει σταθερή ή γενική σχέση ανάμεσα στην τεστοστερόνη και την τάση των ανθρώπων να παίρνουν ρίσκα.
Η μεγαλύτερη μετα-ανάλυση που έγινε ποτέ για τεστοστερόνη και ρίσκο
Οι ερευνητές πραγματοποίησαν τη μεγαλύτερη ανάλυση που έχει γίνει μέχρι σήμερα πάνω στο θέμα. Συγκέντρωσαν δεδομένα από διαφορετικά είδη πειραμάτων και μελετών, εξετάζοντας τόσο ανθρώπους με φυσικά διαφορετικά επίπεδα τεστοστερόνης όσο και περιπτώσεις όπου η ορμόνη χορηγήθηκε τεχνητά. Στόχος τους ήταν να διαπιστώσουν αν πράγματι η τεστοστερόνη μπορεί να εξηγήσει γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι πιο ριψοκίνδυνοι από άλλους.
Το αποτέλεσμα ήταν σχεδόν μηδενικό. Η συνολική στατιστική συσχέτιση ανάμεσα στην τεστοστερόνη και τη διάθεση για ρίσκο ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Με απλά λόγια, οι άνθρωποι με υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης δεν αποδείχθηκε ότι παίρνουν πιο επικίνδυνες αποφάσεις από όσους έχουν χαμηλότερα επίπεδα.
Οι επιστήμονες σημειώνουν ότι αυτό το εύρημα έρχεται σε αντίθεση με μια πολύ διαδεδομένη θεωρία σύμφωνα με την οποία η τεστοστερόνη ενισχύει την επιθετικότητα, την αναζήτηση ανταμοιβής και τις τολμηρές αποφάσεις. Αν και ορισμένες παλαιότερες μελέτες είχαν δείξει πιθανή σύνδεση, άλλες δεν είχαν βρει καμία επίδραση. Η νέα μετα-ανάλυση επιχειρεί να βάλει τάξη σε αυτό το χαοτικό τοπίο.
Για να το πετύχουν, οι ερευνητές δεν περιορίστηκαν σε μία μόνο μορφή «ρίσκου». Σε ορισμένες μελέτες οι συμμετέχοντες έπαιρναν οικονομικές αποφάσεις, σε άλλες έπαιρναν μέρος σε παιχνίδια πιθανοτήτων, ενώ αλλού αξιολογούσαν οι ίδιοι τη συμπεριφορά τους μέσω ερωτηματολογίων.
Αυτό αποδείχθηκε κρίσιμο, γιατί οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι ο όρος «ρίσκο» δεν σημαίνει πάντα το ίδιο πράγμα. Άλλο είναι μια οικονομική απόφαση με υπολογισμένες πιθανότητες κέρδους και άλλο μια παρορμητική συμπεριφορά ή μια επιλογή υπό συναισθηματική πίεση. Μάλιστα, η μοναδική περίπτωση όπου εμφανίστηκε μια μικρή θετική σύνδεση ήταν σε συγκεκριμένα τεστ τύπου «λοταρίας», όπου οι συμμετέχοντες έπρεπε να επιλέξουν ανάμεσα σε περισσότερο και λιγότερο ασφαλείς οικονομικές ανταμοιβές. Ακόμη κι εκεί όμως, η επίδραση ήταν περιορισμένη.
Άνδρες και γυναίκες
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα αφορά τις διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες. Εδώ και χρόνια, αρκετοί επιστήμονες υποστήριζαν ότι οι άνδρες τείνουν να παίρνουν περισσότερα ρίσκα, επειδή έχουν υψηλότερα επίπεδα τεστοστερόνης. Η νέα ανάλυση όμως δεν βρήκε στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή τη θεωρία. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η σχέση τεστοστερόνης και ρίσκου δεν ήταν ισχυρότερη στους άνδρες σε σχέση με τις γυναίκες. Αυτό υποδηλώνει ότι οι διαφορές στη συμπεριφορά πιθανόν να εξηγούνται περισσότερο από κοινωνικούς, πολιτισμικούς και ψυχολογικούς παράγοντες παρά από τις ορμόνες.
Οι συγγραφείς της μελέτης υποστηρίζουν ότι τα ευρήματα ενισχύουν ένα πιο σύνθετο «βιοψυχοκοινωνικό» μοντέλο συμπεριφοράς. Δηλαδή, η τάση κάποιου να παίρνει ρίσκα δεν προκύπτει από έναν μόνο βιολογικό παράγοντα, αλλά από τον συνδυασμό προσωπικότητας, εμπειριών, κοινωνικού περιβάλλοντος, συναισθημάτων και περιστάσεων.
Παράλληλα, οι ερευνητές εντόπισαν σοβαρές διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι παλαιότερες μελέτες μετρούσαν τόσο την τεστοστερόνη όσο και το ρίσκο. Κάποιες χρησιμοποιούσαν εξετάσεις αίματος ή σάλιου, ενώ άλλες βασίζονταν σε έμμεσους δείκτες, όπως στην αναλογία μήκους δαχτύλων, δηλαδή σε μια μια αμφιλεγόμενη μέθοδο που θεωρείται πιθανός δείκτης έκθεσης σε ορμόνες πριν από τη γέννηση.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι νεότερες μεγάλες πειραματικές μελέτες, οι οποίες δημοσιεύθηκαν μετά την ολοκλήρωση της αναζήτησης των δεδομένων, κατέληξαν επίσης σε παρόμοια συμπεράσματα. Ακόμη και όταν οι συμμετέχοντες λάμβαναν τεστοστερόνη τεχνητά, δεν παρατηρούνταν σταθερές αλλαγές στη διάθεση για ρίσκο, στον ανταγωνισμό ή στην επιθετικότητα.
Πού καταλήγουν οι ερευνητές
Το τελικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ξεκάθαρο: η ανθρώπινη συμπεριφορά απέναντι στο ρίσκο είναι πολύ πιο περίπλοκη από όσο πιστεύαμε. Και όσο περισσότερο οι επιστήμονες εξετάζουν μεγάλα σύνολα δεδομένων, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να εξηγηθούν πολύπλοκες αποφάσεις μόνο μέσα από μία ορμόνη.